Όσο
κι αν φαντάζει απίστευτο, κάπου εκεί,
στο μακρινό Απρίλη του 1822 εμφανίζονται
τα πρώτα ψήγματα διεκδίκησης του δώρου
του Πάσχα από τους πρώτους νεοέλληνες
τυπογράφους οι οποίοι με επικεφαλή τον
Κωνσταντίνο Τόμπρα και τον ανηψιό του
Ιωάννη Τόμπρα εκ μέρους του συνεργείου
των τυπογράφων της Κορίνθου όπου είναι
εγκατεστημένη η Προσωρινή Διοίκηση της
Ελλάδας, αποστέλλουν αίτηση προς την
Ελληνική Διοίκηση : “Προς το
Μινιστέριον της Οικονομίας. Επειδή και
κατ’αυτάς έφθασαν αι του Πάσχα εορτάσιμοι
ημέραι και θέλομεν ν’αγοράσωμεν άλλος
παπούτσια, άλλος τζουράπια και άλλος
άλλο τι, δια τούτο παρακαλούμεν το
Μινιστέριον να μας δώση ολίγα γρόσια
δια ν’απεράσωμεν ταύτας τας εορτασίμους
ημέρας, αναπληρούντες τας χρείας μας.
1822 Απριλίου α’ Κωνσταντίνος Τόμπρας.
(Εφ. Αλλαγή φ. 18 Φεβρουάριος 1952)”.
Θα
έπρεπε να περάσουν περισσότερα από
εκατό χρόνια για να έρθει εν μέσω της
γερμανικής κατοχής, το νομοθετικό
διάταγμα 310/1941 στο οποίο ορίζεται ότι
“όπου από συνήθεια ή από έθιμο ή από
διάταξη ΣΣΕ καταβάλλεται θα συνεχίσει
να καταβάλλεται”, να ακολουθήσει η
καθιέρωση του επιδόματος αδείας μετ’
αποδοχών με τον ΑΝ 539 του 1945 όπου μεταξύ
άλλων αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις
για να πάρει κανείς την πρώτη άδεια
καθώς και ο υπολογισμός της για τα
επόμενα χρόνια στον ίδιο ή σε διαφορετικούς
εργοδότες και να ολοκληρωθεί με τον
Νόμο 1901 του 1951 όπου οι Υπουργοί Οικονομικών
και Εργασίας “δύνανται δια κοινών
αποφάσεων να προσδιορίζουν εκτάκτως
οικονομικάς ενισχύσεις κατά τας εορτάς
των Χριστουγέννων και Πάσχα εις χρήμα
ή εις είδος” προκειμένου να γενικευτεί
η καταβολή του 13ου και 14ου
μισθού τόσο στον δημόσιο όσο και στον
ιδιωτικό τομέα.
Κι
ενώ μέχρι τότε συνέβαιναν τα παραπάνω,
μέσα από πολυετείς αγώνες του εργατικού
κινήματος που οδήγησαν σε κατακτήσεις
του κόσμου της εργασίας, περίπου σαράντα
χρόνια μετά, στο απόγειο της καπιταλιστικής
ανάπτυξης και των σημαντικών ρυθμών
οικονομικής ανάπτυξης άρχισαν να
εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια αμφισβήτησης
των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και
επίδοματος αδείας. Η αρχή γινόταν με τη
ψήφιση του Ν.2084/92 της κυβέρνησης της ΝΔ
όπου αποφασίζεται ο μη υπολογισμός των
δωρών εορτών στις συντάξεις του ΙΚΑ
(και κατ’ έπέκταση η άμεση μείωση των
συντάξεων) για να ακολουθήσει ο περίφημος
Κοινωνικός Διάλογος της «εκσυγχρονιστικής»
κυβέρνησης Σημίτη το Μάιο του 1999 η οποία
άρχισε να αμφισβητεί τη χρησιμότητα
του 13ου μισθού συνεπικουρούμενη
από οικονομικούς παράγοντες και
εντεταλμένους δημοσιογράφους οι οποίοι
επιχειρηματολογούσαν για το πόσο
καταστροφικός για την ελληνική οικονομία
είναι ο 13ος και 14ος και να
ολοκληρωθεί το Μάιο του 2010 όταν η
«σοσιαλιστική» κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου
ανακοίνωσε τα μέτρα που συμφώνησε με
τη τρόικα στα οποία μία από τις πολλές
μισθολογικές περικοπές που υπέστησαν
οι εργαζόμενοι του Δημοσίου υπήρξε η
κατάργηση του 13ου και 14ου
μισθού.
Το
τελευταίο διάστημα δημοσιεύονται σειρά
δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες
δικαιώνονται εργαζόμενοι, κυρίως στους
ΟΤΑ, με σχέση εργασίας ΙΔΑΧ, για την
καταβολή του 13ου και 14ου μισθού που
κόπηκαν στη μνημονιακή περίοδο. Πρόκειται
ωστόσο για την καταβολή αναδρομικά
για το διάστημα από το 2014 έως και το
2016, του 13ου και του
14ου μισθού που περικόπηκαν με το
νόμο 4093/2012. Πρόκειται
για αποφάσεις που επιδικάζουν ποσά από
2 έως 3.000 ευρώ στους εργαζόμενους θεωρώντας
ότι δικαιούνται δώρα Χριστουγέννων και
Πάσχα και επίδομα Αδείας με βάση το
Ενιαίο Μισθολόγιο (Ν. 4024/2011).
Μάλιστα,
μετά την ψήφιση σχετικής
ρύθμισης από την Βουλή τον περασμένο
Δεκέμβριο,
τα χρήματα μπορούν να είναι άμεσα
καταβλητέα, καθώς δίνεται η δυνατότητα
στις δημοτικές Αρχές να παραιτηθούν
από την άσκηση ενδίκων μέσων και άρα να
μην προσφύγουν σε ανώτερο βαθμό.
Οι
αποφάσεις αυτές οδήγησαν σε ένα κύμα
των προσφυγών στα δικαστήρια, κυρίως,
από δημοτικούς υπαλλήλους, για τη
διεκδίκηση της επανακαταβολής των
επιδομάτων αυτών και της χορήγησής τους
αναδρομικά τουλάχιστον για τρία χρόνια.
Ωστόσο
η περίπτωση του «στενού» Δημοσίου είναι
διαφορετική. Και αυτό γιατί ακόμα και
για τις περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων
(όχι μόνο δημοτικών) που τα δικαστήρια
έχουν κρίνει αντισυνταγματικές τις
διατάξεις του νόμου 4093/2012 που καταργούσαν
13ο-14ο μισθό, η δημόσια
διοίκηση είναι υποχρεωμένη να ασκήσει
έφεση και να αναστείλει την εκτέλεση
των πρωτόδικων αποφάσεων. Ακόμη
και εάν οι αποφάσεις παραμείνουν θετικές
στον δεύτερο βαθμό, το Νομικό Συμβούλιο
του Κράτους θα οδηγήσει την υπόθεση στο
Συμβούλιο Επικρατείας.
Άλλωστε
ο Υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος,
απαντώντας στο αίτημα της ΑΔΕΔΥ για
επαναφορά των επιδομάτων εορτών και
αδείας (του 13ου και 14ου μισθού) στο
Δημόσιο, απέκλεισε κατηγορηματικά το
ενδεχόμενο να προχωρήσει σε ένα τέτοιο
μέτρο, αφού όπως δήλωσε δεν υπάρχει
«δημοσιονομικός χώρος» για τους δημοσίους
υπαλλήλους.
Για
το λόγο αυτό στο νομικό γνωμοδοτικό
σημείωμα που εξέδωσε η ΑΔΕΔΥ αναφορικά
με τη διεκδίκηση του 13ου-14ου μισθού,
συστήνεται ουσιαστικά στους δημοσίους
υπαλλήλους ψυχραιμία και αναμονή των
αποφάσεων σε δεύτερο βαθμό.
Στο
σημείωμα μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Οι
αποφάσεις αυτές προέρχονται από έναν
μικρό αριθμό πρωτοβάθμιων δικαστηρίων
και μάλιστα μονομελών σχηματισμών
(ειρηνοδικών ή μονομελών συνθέσεων
πρωτοδικείων). Υπόκεινται ασφαλώς σε
ένδικα μέσα και ιδίως σε έφεση, η προθεσμία
ασκήσεως της οποίας, όπως και η άσκησή
της αναστέλλουν εκ του νόμου την εκτέλεση
των εκδοθεισών αυτών αποφάσεων. Ως εκ
τούτου, είναι σαφές ότι αφ’ ενός μεν οι
πρωτόδικες αυτές αποφάσεις μπορούν να
ανατραπούν σε δεύτερο βαθμό, αφ’ ετέρου
δεν έχουν ευρύτερη σημασία γιατί
προέρχονται από έναν μεμονωμένο δικαστή
και ασφαλώς δεν παράγουν
καμίας μορφής δεδικασμένο
(…)». H
συγκεκριμένη γνωμοδότηση προτείνει τη
σύνταξη και κατάθεση
μιας αίτησης (το υπόδειγμα το δίνει)
προκειμένου όπως λέει να
«διακοπεί η παραγραφή των σχετικών
αξιώσεων».
Για
να υπάρξει, όμως, διακοπή της παραγραφής
στην πραγματικότητα, θα
πρέπει να υπάρξουν ένδικα μέσα, καθώς η
διακοπή και η αναστολή της παραγραφής
δεν γίνονται αυτεπάγγελτα, το Δημόσιο
παραγράφει στα δύο χρόνια ό,τι χρωστάει
στους εργαζόμενους, οι εργαζόμενοι για
να διεκδικήσουν την διακοπή της παραγραφής
ή την αναστολή της θα πρέπει να καταφύγουν
στα δικαστήρια.
Όμως
όλοι γνωρίζουμε ότι από τα πρώτα χρόνια
των μνημονίων μέχρι και σήμερα η μείωση
των αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο
τομέα κυμαίνεται από 10%-50% μέσα από
άμεσες νομοθετικές παρεμβάσεις στους
μισθούς και στα επιδόματα. Η δε περικοπή
του 13 και 14 μισθού και η τεράστια μείωση
των μισθών του δημόσιου έγινε τον
Νοέμβρη του 2011 με τον ν.4024/2011, τον νόμο
του ενιαίου μισθολογίου. Να θυμηθούμε
δε ότι το ΣτΕ με
απόφασή του έκρινε τις μειώσεις αυτές
συνταγματικές, με
το πρόσχημα πάντα της υπεράσπισης του
δημοσίου συμφέροντος!!!!
Επίσης
να υπενθυμίσουμε ότι ο 13 και 14 μισθός
δεν είναι επίδομα , αν και το μετέτρεψε
ο τότε Υπουργός Οικονομικών Παπακωνσταντίνου,
αλλά μισθός και ως τέτοιος πρέπει να
διεκδικείται. Μόνο που δεν αρκεί ο
νομικός δρόμος για την διεκδίκηση όλων
όσων μας χρωστούν ούτε χρειάζεται να
ενισχύονται αυταπάτες ότι ο σκληρός
πυρήνας της δικαιοσύνης θα αποφασίσει
διαφορετικά από τη βούληση και της
επιλογές των κυβερνώντων. Η διεκδίκηση
για την αύξηση των μισθών μας πρέπει
πρωτίστως να γίνει από με πολιτικούς
αγώνες δηλαδή από την συμμετοχή μας
στους αγώνες και τις κινητοποιήσεις.
Δικαίωμα
του κάθε συναδέλφου και συναδέλφισσας
να διεκδικήσει
δικαστικά τον 13 και 14 μισθό όμως το
συνδικαλιστικό κίνημα έχει υποχρέωση
να οργανώνει τους μαζικούς αγώνες των
εργαζομένων, έχει υποχρέωση την αγωνιστική
διεκδίκηση και όχι να μετατρέπεται σε
ταχυδρόμο μεταξύ των υπαλλήλων και των
δικηγορικών γραφείων.
Κόντρα
και σε οριστική οργανωτική και προταγματική
ρήξη με τον χρεοκοπημένο εργοδοτικό-
παρασιτικό συνδικαλισμό των συμμαχιών
και της συνδιαλλαγής, αλλά και των
«εφικτών» διεκδικήσεων της ήττας, να
συγκροτήσουμε τα δικά μας όργανα –
ζωντανά κύτταρα.
Αντί-Λογος
Συλλογικότητα
Υπαλλήλων Υπουργείου Εργασίας
blog:
antilogos564.blogspot.com, e-mail: antilogos564@gmail.com