Το πλαίσιο και η κυβερνητική προσπάθεια για αναβάθμιση της “αξιολόγησης”
Πριν
λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε μια ακόμη φάση της “αξιολόγησης” στο Δημόσιο.
Προϊστάμενοι και υφιστάμενοι κληθήκαμε να συμπληρώσουμε έντυπα “σφυγμού
ομάδας”, να “αξιολογήσουμε” ο ένας τον άλλο και να …προτείνουμε σεμινάρια για
να εκπληρωθούν τα σχέδια ανάπτυξης του καθένα/καθεμίας μας. Είναι το μοντέλο
ατομικής αξιολόγησης που εφαρμόζεται τα τελευταία 2 χρόνια, μετά την
παταγώδη αποτυχία του προηγούμενου συστήματος που περιλάμβανε
περισσότερα στοιχεία ποσοτικής αξιολόγησης ενώ είχε προηγηθεί το αλήστου μνήμης
σύστημα των ποσοστώσεων στην βαθμολογία, του τότε Υπουργού Διοικητικής
Μεταρρύθμισης και σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη (στο οποίο
υπενθυμίζεται ότι το 15% των υπαλλήλων έπρεπε υποχρεωτικά να πάρει βαθμό κάτω
από τη βάση)..
Τα
προηγούμενα συστήματα, ειδικά τα πρώτα
χρόνια, συνάντησαν σφοδρή αντίδραση από το
δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα με απεργίες-αποχές από την εφαρμογή τους που
τελικά οδήγησαν την σημερινή Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας σε ένα συγκριτικά
πιο ήπιο και με περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά σύστημα αξιολόγησης.
Με
αφορμή όμως το έγκλημα των Τεμπών αλλά και γενικά σε κάθε ευκαιρία όπου «αναδεικνύονται»
οι παθογένειες της Δημόσιας Υπηρεσίας, η
Κυβέρνηση ανασύρει την ανάγκη επέκτασης, εμβάθυνσης ενός “αποτελεσματικού”
συστήματος ατομικής αξιολόγησης.
Από
την μία, η πρωθυπουργική εξαγγελία για συνταγματική κατοχύρωση της ατομικής
αξιολόγησης που προφανώς ανοίγει την κερκόπορτα της άρσης της
μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων και από την άλλη η δημιουργία
περιβάλλοντος ρωμαϊκής αρένας με αμφιλεγόμενες διαδικασίες απευθείας
“αξιολόγησης” από τους πολίτες, καθιστούν τους δημόσιους λειτουργούς
δεκτικούς σε πιέσεις εκατέρωθεν, αδύναμους και ανίκανους να υπερασπίσουν το
δημόσιο συμφέρον και τη νομιμότητα που θα θυσιάζονται στο βωμό της
επίτευξης της στοχοθεσίας της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και στις διαθέσεις της
ευμετάβλητης ¨κοινής γνώμης”. Ως κορωνίδα μάλιστα της πρωθυπουργικής
εμμονής, ήρθε η πρόσφατη δήλωση-απειλή από το Υπουργείο Παιδείας, ότι “Αν κάποιος αρνείται επί
της αρχής να αξιολογηθεί, δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα
εκπαίδευσης”.
Με
τακτικές κοινωνικού αυτοματισμού, οι ευθύνες για οτιδήποτε στραβό συμβαίνει σε
αυτή τη χώρα επιρρίπτονται όχι απλώς στο “κακό και αναποτελεσματικό Δημόσιο”
αλλά απευθείας στον “ανεξέλεγκτο και
ανεπαρκή” δημόσιο υπάλληλο. Ουσιαστικά, το κυβερνητικό επιχείρημα είναι απλό
και συνίσταται στο εξής στερεότυπο: “Για όλα τα κακώς κείμενα στο ελληνικό
Δημόσιο ευθύνεται ο ανεπαρκής και τεμπέλης δημόσιος υπάλληλος. Μέσω της
αξιολόγησης θα εντοπίσουμε τους αδύναμους κρίκους και...”. Η συνέχεια για ευνόητους λόγους αποσιωπάται
άλλα είναι προφανές ότι υπονοείται πώς θα υπάρχουν κυρώσεις για όσους δεν
αξιολογηθούν …όπως πρέπει.
Η
μεθοδολογία αυτή είναι ολοκληρωτικά ακατάλληλη για οργανισμούς και δομές
όπως η δημόσια υπηρεσία. Για την ακρίβεια, τα συστήματα οριζόντιας ατομικής
αξιολόγησης δεν εφαρμόζονται πλέον ούτε σε σοβαρές ιδιωτικές επιχειρήσεις,
καθώς δεν προσφέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Αποτελούν περιττές
γραφειοκρατικές διαδικασίες που δυσχεραίνουν αξιολογητές και
αξιολογούμενους και τελικά εμποδίζουν την ομαδική δουλειά και την
επίτευξη της αποστολής της δομής.
Ειδικά,
στο Δημόσιο, όπου τελικό κριτήριο της αποτελεσματικότητας καθενός δεν είναι
η συμβολή στην επίτευξη κέρδους κάποιου ιδιοκτήτη/μετόχου αλλά η συμβολή στην
εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος είναι πρακτικά αδύνατον να εφαρμοστούν
τέτοια απλοϊκά συστήματα μέτρησης της απόδοσης των υπαλλήλων. Αν η
αποτελεσματικότητα εκφραστεί ως ένα κλάσμα που στον ιδιωτικό τομέα έχει ως
παρονομαστή το κέρδος, στο Δημόσιο ο αντίστοιχος παρονομαστής είναι ένα πολυσύνθετο
μέγεθος που περιλαμβάνει την πραγματική ωφέλεια της δημόσιας υπηρεσίας στο
κοινωνικό σύνολο.
Και
φυσικά, στο πλαίσιο του δόγματος του επιτελικού κράτους, βασικός στόχος της
Κυβέρνησης, που υπηρετείται και από την ατομική αξιολόγηση, είναι ένα
“μικρότερο” Δημόσιο, με ελάχιστους μόνιμους υπαλλήλους, απλούς διαβιβαστές
των εντολών κάθε πολιτικής ηγεσίας, χωρίς χρονοβόρους ελέγχους νομιμότητας,
χωρίς περιθώρια για διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος και άλλα τέτοια
“γραφικά”.
Γιατί
είναι σημαντικό να αντιδράσουμε σε αυτό το σχέδιο
Δυστυχώς,
παρά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα στο χώρο της εκπαίδευσης, όπου η
Κυβέρνηση επιχειρεί να εφαρμόσει με τσαμπουκά - έχοντας παραπέμψει πάνω από δύο
χιλιάδες εκπαιδευτικούς σε πειθαρχικά (!) - την πιο προχωρημένη μορφή
αξιολόγησης με στόχο ένα σχολείο-επιχείρηση και δασκάλους πιστά εκτελεστικά
όργανα των υπουργικών φιρμανιών, σήμερα η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων
έχει περίπου αποδεχτεί ως αυτονόητο ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα
είδος ατομικής αξιολόγησης. Υπάρχει μάλιστα από αρκετούς το επιχείρημα ότι
θα πρέπει το ίδιο το Δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα να προτείνει την μεθοδολογία για
μια τέτοια αξιολόγηση. Πέρα από το παράδοξο ενός τέτοιου επιχειρήματος (δηλαδή
να προτείνει ο αξιολογούμενος την μέθοδο αξιολόγησής του), η παραδοχή αυτή
συνιστά ήττα, όχι μόνο για τους ίδιους τους Δημοσίους Υπαλλήλους, αλλά και για
την ίδια την αποστολή της Δημόσιας Υπηρεσίας, καθώς εμπεδώνεται η πεποίθηση
ότι όλα είναι καλώς καμωμένα και το μόνο που μένει για να λειτουργήσει σωστά το
Δημόσιο είναι η αξιολόγηση, ατομική ή ως
υπηρεσίες. Παραδεχόμαστε με αυτό τον τρόπο ότι μπορεί να εφαρμοστεί οριζόντια
ένα αντικειμενικό και αποτελεσματικό σύστημα ατομικής αξιολόγησης σε ένα
Δημόσιο όπου οι συνθήκες εργασίας και όλοι οι άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν
στην εκπλήρωση της αποστολής του διαφέρουν συχνά από όροφο σε όροφο του ίδιου
Υπουργείου και όπου ο γενικός μέσος όρος σε ότι αφορά τους υπόλοιπους
παράγοντες (στελέχωση, εξοπλισμός, υποδομές, συνθήκες εργασίας. αμοιβές κ.α.)
είναι εξαιρετικά χαμηλός.
Υπό αυτή την έννοια, και σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, η πρόταση για απευθείας αξιολόγηση του Δημοσίου από τους πολίτες είναι αντίστοιχα προβληματική και προσχηματική. Ας αναρωτηθούμε πχ αν το κριτήριο είναι η ταχύτητα διεκπεραίωσης μιας κρίσιμης και περίπλοκης υπόθεσης που απαιτεί ενδελεχή εξέταση, αυτό θα λειτουργεί υπέρ ή κατά του δημοσίου συμφέροντος; Ή ας αναλογιστούμε αν το αποτέλεσμα της “κακής” αξιολόγησης μιας δομής με δομικά προβλήματα υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης (όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία, αλλά και ο ΕΦΚΑ, το ΣΕΠΕ κλπ), θα οδηγεί σε ενίσχυση κατά προτεραιότητα ή θα είναι απλώς προθάλαμος για ιδιωτικοποίηση, όπως γίνεται συνήθως; Ή για να αναφερθούμε στην ατομική αξιολόγηση, θα δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες να αξιολογήσουν πχ τα ΜΑΤ όταν αυτά διαλύουν άγρια και χωρίς κανένα πρόσχημα τις συγκεντρώσεις μας;
Και φυσικά, είναι ήδη προφανές και το βιώνουμε στους χώρους μας ότι κανένα σύστημα αξιολόγησης δεν μπορεί να νουθετήσει τις αντισυναδελφικές και αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές και συνήθειες συναδέλφων/ισσων που πορεύονται ακριβώς με αυτή την νοοτροπία της μεγιστοποίησης του ατομικού οφέλους και προσπαθούν με το μικρότερο δυνατό κόπο/χρόνο να αποκομίσουν τα περισσότερα δυνατά ατομικά οφέλη. Αρκεί η ορθή εφαρμογή των υπόλοιπων διατάξεων του Δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα και φυσικά η εφαρμογή ενός δικαίου και αποτελεσματικού συστήματος κρίσεων (το οποίο για προφανείς λόγους όλες οι κυβερνήσεις αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι) για να προωθηθούν τέτοιοι θεμιτοί στόχοι.
Οι ευθύνες των συνδικαλιστικών ηγεσιών
Η
θέση του ΑντιΛογου ήταν από την αρχή και από αρχή ενάντια στην
εφαρμογή οποιουδήποτε συστήματος ατομικής αξιολόγησης (αυστηρού ή
ηπιότερου), αλλά και της αξιολόγησης δομών,
με τον τρόπο που επιχειρείται επί του παρόντος και υπό τη βεβαιότητα της
υποχρηματοδότησης (καθώς πλέον οι πόροι θα κατευθύνονται όλο και περισσότερο
για εξοπλισμούς). Τη θέση μας αυτή
περιγράψαμε και τώρα, αλλά και σε πολλές προηγούμενες ανακοινώσεις μας. Συνδιαμορφώσαμε,
συμμετείχαμε και εφαρμόσαμε έμπρακτα συλλογικές αποφάσεις για αποχή από αυτές
τις διαδικασίες. Σε αντίθεση με άλλες παρατάξεις, είμασταν συνεπείς σε αυτή
τη στάση και στηλιτεύσαμε υποκριτικές συνδικαλιστικές συμπεριφορές, όσων το
πρωί ψήφιζαν υπέρ της απεργίας-αποχής και το μεσημέρι συμπλήρωναν φύλλα
αξιολόγησης. Δυστυχώς, αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα αλλά και η αξιοποίηση
από την Κυβέρνηση του απεργοκτόνου νόμου Χατζηδάκη με βάση τον οποίο σχεδόν
κάθε απεργία κηρύσσεται παράνομη, οδήγησαν, με εξαίρεση την εκπαίδευση, το κίνημα
κατά της αξιολόγησης σε αναδίπλωση και εν τέλει τις συνδικαλιστικές
ηγεσίες που ήταν από καιρό έτοιμες για αυτό, να υποστείλουν σιωπηλά τις
σημαίες. Ούτε η ΑΔΕΔΥ, ούτε φυσικά η ΟΣΥΠΕ ή τα Πρωτοβάθμια σωματεία
ψέλλισαν έστω μια τυπική ανακοίνωση φέτος. Συνεπώς, αν δεν αλλάξει αυτή η
κατάσταση, όσοι και όσες κατανοούμε τα παραπάνω ως σημαντικά θέματα, θα
μείνουμε ξανά εκτεθειμένοι και με κίνδυνο να οδηγηθούν συναδέλφοι/-ισσες
σε περιπέτειες με ευθύνη μιας
εκδικητικής διοίκησης, από την στιγμή μάλιστα που σε άλλους χώρους (πχ εκπαίδευση)
με ισχυρή μάλιστα συνδικαλιστική κάλυψη από συλλογικές αποφάσεις, διώκονται ήδη πειθαρχικά συνάδελφοι/-ισσες με
την απειλή ακόμη και της απόλυσης.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τις βαρύτατες ευθύνες των παρατάξεων (ΠΑΣΚ, ΔΑΚΕ) που συνδιοικούν τα τελευταία χρόνια τα σωματεία και τις ομοσπονδίες μας, οι οποίες εγκαταλείψανε έναν αγώνα με σημαντικές προεκτάσεις για την δημοσιουπαλληλία. Η αποδοχή της λογικής της ατομικής ευθύνης, του διαίρει και βασίλευε, της σύνδεσης της άνωθεν στοχοθεσίας με την ανταπόκριση ενός αφημένου στην μοίρα του Δημόσιου Υπάλληλου και στην συνέχεια με την ανταμοιβή του (bonus) και την εξέλιξη του αποτελεί παραδοχή ήττας και ως τέτοια θα πρέπει να εκληφθεί.
Από
πλευράς μας, θα πάρουμε τις πρωτοβουλίες που απαιτούνται ώστε να
αναδειχθεί εκ νέου η σημασία του θέματος. Θα πρέπει να ξανασυζητήσουμε για
την αξιολόγηση, γραφείο-γραφείο, και αφού ενημερωθούμε για όλες τις
προεκτάσεις του και να λάβουμε σε Γενικές Συνελεύσεις συλλογικά και υπεύθυνα
αποφάσεις που θα μας εμπνέουν και θα μας δεσμεύουν.