Οι ζωές μας δεν είναι κόστος

Τρένα που έχουν προδιαγραφές για να τρέχουν με 220 χλμ/ώρα αλλά συγκρούονται μεταξύ τους, αεροδρόμια που υποδέχονται εκατομμύρια τουρίστες αλλά με απαρχαιωμένα συστήματα ελέγχου, σχολεία με υπερσύγχρονους διαδραστικούς πίνακες αλλά χωρίς εκπαιδευτικούς και με σοβάδες να καταρρέουν πάνω στους μαθητές, δημόσια κτίρια με ρεκλάμες “Ελλάδα 2.0” αλλά χωρίς εξόδους κινδύνου, υπερσύγχρονα εργοστάσια προβεβλημένων entrepreneur με εγκαταστάσεις που λειτουργούν ως βραδυφλεγείς βόμβες. Και ένας χαρούμενος Υπουργός να μιλά με χαμόγελο μπροστά σε διαγράμματα που απεικονίζουν θανάτους, επιχειρώντας να μας πείσει ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε γιατί βρισκόμαστε στην 4η καλύτερη θέση στην ΕΕ ως προς τα εργατικά ατυχήματα… Κι όλα αυτά ενώ είναι κοινό μυστικό πως μια σειρά από κλάδοι δεν μπαίνουν στις μετρήσεις, αλλά και πως είμαστε η μοναδική χώρα στην ΕΕ που δεν καταγράφει καν τις επαγγελματικές ασθένειες!

Τα παραπάνω παραδείγματα, όλα τους πραγματικά περιστατικά, δεν είναι μεμονωμένα ούτε εξαιρετικά. Αντιθέτως, στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από το έγκλημα των Τεμπών, η εικόνα έχει γίνει πλέον πλήρης: η προστασία των ζωών μας θεωρείται κόστος, και το να συζητάμε για αυτά τα πράγματα είναι ενοχλητικό γιατί χαλάει την εικόνα της «ισχυρής Ελλάδας». Το να ενώσουμε τις κουκίδες και ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση όσο πιο μαζικά γίνεται καθίσταται καθήκον, για να προστατέψουμε τις ζωές μας και για να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα θρηνήσουμε άλλους νεκρούς.

Για όλα αυτά τα εγκλήματα (συντελεσθέντα και “παρ’ ολίγον”) ο ένοχος είναι γνωστός. Και δεν είναι ούτε ο σταθμάρχης, ούτε ο επιθεωρητής εργασίας, ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι που δεν αξιολογούνται, ούτε οι “κακοί και μίζεροι συνδικαλιστές που μπλοκάρουν τα πάντα” - αντίθετα, σε  πλείστες περιπτώσεις, θα ήταν σωτήριο να τα μπλοκάρουμε... Ο ένοχος είναι η αχαλίνωτη (ειδικά από τα μνημόνια και έπειτα) συμπαιγνία ανάμεσα στο κεφάλαιο και όλες τις κυβερνήσεις. Από τη μία πλευρά, η πλήρης υποταγή κάθε πολιτικής (οικονομικής και δημοσιονομικής, εργασιακής κ.λπ.) στην απόλυτη προτεραιότητα της ενίσχυσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, στο οποίο παρέχονται όλο και περισσότερα πεδία για να διεισδύσει με την εκχώρηση των δημόσιων αγαθών. Και από την άλλη, ο ιδιωτικός τομέας πιάνει το μήνυμα των διαρκών διευκολύνσεων και της άρσης εμποδίων και δεν τηρεί πλέον ούτε τις στοιχειώδεις εργασιακές, περιβαλλοντικές και οποίες άλλες προβλέψεις και προϋποθέσεις ασφαλείας και υγείας.

Η χρόνια υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση, αλλά και ο κατακερματισμός των υπηρεσιών (βλ. ΤΡΑΙΝΟΣΕ) έχουν αρχίσει και παράγουν όλο και συχνότερα τα γνωστά αποτελέσματα. Η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η πρακτική της αδειοδότησης “με υπεύθυνη δήλωση” πριν από ουσιαστικό έλεγχο, η υποστελέχωση και απαξίωση των ελεγκτικών μηχανισμών (π.χ. Επιθεώρηση Εργασίας), ο φόβος στοχοποίησης ή και απώλειας της εργασίας σε περίπτωση καταγγελίας, η πολιτική κάλυψη της διαφθοράς που αφορά τη στήριξη ημετέρων (π.χ. ΟΠΕΚΕΠΕ, Πολεοδομίες κ.α.), η φτωχοποίηση που οδηγεί στην κυριαρχία της ανάγκης είναι συνειδητές και σχεδιασμένες πολιτικές που θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές και την υγεία των εργαζομένων.

Κομμάτι αυτής της πραγματικότητας αποτελεί και η επικοινωνιακή διαχείριση: είτε μέσω της αποσιώπησης καταγγελιών από σωματεία (από τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας μέχρι φυσικά την ΤΡΑΙΝΟΣΕ), είτε μέσω της εικόνας των “δακρυσμένων υπουργών”, είτε χτίζοντας το μύθο των “άτυχων¨ επιχειρηματιών που είχαν προσφέρει τόσα πολλά και τώρα τι θα απογίνουν... Ένας μεγάλος βούρκος, στον οποίο θα συνεχίσουν να μας βουλιάζουν όσο δεν αντιστεκόμαστε.

Σε όλα αυτά, η απάντησή μας χρειάζεται να είναι εξίσου συνολική. Με αιχμή του δόρατος το αίτημα για επανακρατικοποίηση -χωρίς αποζημίωση- των σιδηροδρόμων, χρειάζεται να απαιτήσουμε να ξηλωθεί το γαϊτανάκι των διαρκών ιδιωτικοποιήσεων. Χέρι-χέρι με αυτό πάει η απαίτηση για στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών και των ελεγκτικών μηχανισμών και για χρηματοδότησή τους.

Έχουμε ανάγκη να ζούμε με ποιότητα και ασφάλεια, δεν θέλουμε άλλα φέρετρα (ούτε από τα “κοινού τύπου” ούτε από αυτά “που φέρουν την ελληνική σημαία”, τα οποία προετοιμάζουν τα δεκάδες δις για εξοπλισμούς και εξωραΐζει ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας). Και μαζί με αυτά, χρειάζεται να παλέψουμε για ενίσχυση του εργατικού κινήματος και ανατροπή του αντεργατικού πλαισίου.

Αν η φωνή των σιδηροδρομικών είχε ακουστεί πιο δυνατά, ίσως η 28η Φεβρουαρίου να ήταν απλώς η τελευταία ημέρα του χειμώνα. Αν υπήρχε μαχητικό σωματείο στη Βιολάντα και αν τα απλά παράπονα για τη δυσοσμία είχαν μετατραπεί σε απεργιακό αγώνα, ίσως οι 5 αδικοχαμένες γυναίκες να ήταν ακόμη ζωντανές. Αν υπήρχαν παντού επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας, στελεχωμένες υπηρεσίες και νομοθετική προστασία, αυτό θα μετριόταν κατευθείαν σε λιγότερα εργατικά ατυχήματα, θανατηφόρα ή μη.

Και κυρίως, η αύξηση των μισθών και των συντάξεων θα ενίσχυε τη δυνατότητα των εργαζομένων να αρνούνται επικίνδυνες και εξαντλητικές συνθήκες, ώστε κανείς να μη βρίσκεται στη θέση να δουλεύει 13ωρο ή να ανεβαίνει στη σκαλωσιά στα 70.

Τίποτα από όλα αυτά δεν θα έρθει μόνο του. Με επόμενο σταθμό τις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, έχοντας στο μυαλό τις περσινές συγκλονιστικές συγκεντρώσεις, να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για την επιτυχία και των φετινών και να συνεχίσουμε αντίστοιχα. Ας μην αφήσουμε ποτέ ξανά τις ζωές μας στα χέρια της εργοδοσίας και των  πολιτικών υπηρετών της!

 

ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 28.02, ΣΤΙΣ 12 μ., ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ